Skip to main content

το συλληφθεν

οι ανθρωποι.
οι ανθρωποι θα σου πουν καποια στιγμη, τα πραγματα ειναι απλα.
κι αν τυχει να συμφωνησουν με κατι πιο πολυπλοκο, θα 'ναι γιατι τους ειναι απλο.
δεν ειναι απλα τα πραγματα.
τα πραγματα ειναι ακρως πολυπλοκα, γιατι ετσι τ'αφησαμε να βολευτουν.
η συλληψη ειναι αυτη που ειναι απλη.
κι ακομη ακριβεστερα, η αισθηση της συλληψης.
οι ανθρωποι θελουν να αρεσκονται να εκπλησσονται μα περισσοτερο θελουν να ξερουν αν θα τους αρεσει η εκπληξη.
οι ανθρωποι θελουν να φυγουν απο ενα εδαφος μονο εαν πατανε καλυτερα σε ενα αλλο.
οι ανθρωποι θελουν να αφησουν μια κατασταση μονο ενα κερδιζουν περισσοτερα σε μια αλλη.
το μη χείρον βέλτιστον.
πως φευγεις απ'το λουκι αυτο..
καποιοι λενε οτι πρεπει να τα χασεις ολα για να δεις τι πραγματικα εχεις.
καποιοι λενε να μεινεις μεχρι το τελος του πολεμου και μετα μαζευεσαι κι επιβιωνεις στωϊκα.
καποιοι αυτοι. πονεσανε με τους ανθρωπους. συμπαθατε τους.
τους κυριευσε η ψυχικη πτωση της αδικιας, και εψυξε για λιγο την αγαπη τους.
ανθρωποι ειναι.
και οι ανθρωποι "ζουν" σε ο,τι φτιαχνουν και "βλεπουν" σε ο,τι νιωθουν.
μα δεν χρειαζεσαι να ερθει, ο,τι βλεπεις να 'ρχεται, για να το περιμενεις.





Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.