Skip to main content

καψα γης


συγκρατησε τον εγωισμο σου ανθρωπε.
σημερα και χτες θα ειναι ενταξει. διαγωνιστηκες στα μεσα και κερδισες την υπαρξη σου.
εξεφρασες την αγαπη σου μεσα απο τη λυπη σου.
αλιμονο κι αν ηξερες πως λειτουργει η αγαπη, αλλα δικια σου η ερμηνεια, δικια σου και η παραφραση.
συγκρατησε τον εγωισμο σου πια ανθρωπε.
σημερα και χτες κοιμηθηκε ενταξει.
τον ζουφωσες με εκρηξεις αυτοματισμου, αυτες που λενε πως κανουν οι "ανθρωποι".
ντραπηκες για τις σκεψεις σου και ντραπηκες στις σκεψεις σου.
δεν ντραπηκαμε.
πονεσε ο ειλικρινης μεσα μας και ετσι ξυπνησε ο εγωισμος για να μας προστατεψει.
να μας ζεστανει με την πουστικη αυτοικανοποιηση του.
σβησε τα δακρυα σου με οσες αναρτησεις, κουβεντες, ρουχα και κουβερτες θες.
το μπραβο θα το παρεις απο καποιους σιγουρα.
μα ο καπνος που καιει στα ματια σου δεν ειναι απο τα δαση και τις καταστροφες.
ειναι απο τη φωτια που αφησες να καιει στον καθρεφτη , κι ο,τι κι αν σβησεις με τη σκεψη, το 'χει καψει στη καρδια.
η φωτια που φουντωνει απο την αδιαφορια της χαρας σου ενοχλει περισσοτερο απο τις φωτιες που καλμαρουν απο την υποκρισια των δακρυων σου.
η πομπηια σε χαιρετα ιστορικα.
κουραγιο σ'αυτους που αντεχουν.


Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.