Skip to main content

θα φτασουμε

το ειχα και το βρηκα.
το εψαχνα και το 'χασα.
περπατησα στραβα και ξενα και μπουρδουκλωθηκα.
μπερδευτηκα και βρεθηκα να μπαλαντζαρω σε σχοινια. 
σχοινια που φτανουν στο καταρτι ενος πλοιου.
-αμαν αυτοι οι πειρατες!!, ακουγεται στο λυσιμο του καβου.
τους δειχνω εσενα. 
αφηκετε με εκει. 
κι οταν σαλπαρει θ'ανοιξω στομα να τσιμπησω αλμυρα.
μαζι και τι δεν πηρα. 
-μα δε θυμασαι..
-ποιος μιλησε?!
αντε μωρε, κουζουλος για ποζα μαλλον θα 'μαι.
τι τα θες, μα, κατσε να ξαπλαρω.
και φτανουμε λεει σε λιμανι με κροκι αυγη. 
και παμε με τα ματια κλειστα απο τετρατροχο σε τετρατροχο.
παμε? αφου μονος μου ειμαι.
παρε ποζα ξανα.  παμε. 
και λεω λοιπον,σα φτανοντας σε θαλασσα με κοσμο σε σειρα, πως τουτ' η χωρα ειναι παλια.
σαν κατι να θυμιζει. ειμαι κοντα.
-τεσσερις ωρες μαστορα!, φωναζει ο λοστρομος. 
οσα κι αν μετρησα λεπτα, κοντα σου φερνω εμενα.
μου λειψανε τα μαγια σου, τα χρυσαλουσα σου χαλια.
τ'αγερι σου, οι νυχτες σου με φως φεγγαρωτο.
οι φιλοι μας, λευκοι, σαχαρασμενοι, αιωνιοι χορευτες.
πως να μη γινεις ποιητης αν ζεις σ'αυτα τα μερη?
με βρηκες ειπα. τωρα πετατε με δω χαμω και στη μερια σας καθενος.
-μα που μιλας..?
-παψε κι εσυ. εχω να πω πολλα.



Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.