Skip to main content

Περασμα απ'τα ακρονειρο.


Φυσαει. Ολο και κατι θα κουνιεται μεσα στο πληθος των Καβειρων.
Τελειωνει το επιπεδο και συνεχιζει η κλιση. Ωθεισαι, το διχως αλλο.
Πιο κατω.
Μας περιμενει η βουη των πραξεων.
Αναμεσα απο σκεψεις και αναλυσεις.
Εντοιχισμενα μεσ' στο πορισμα.
Ευτυχισμενα μεσ' στο χωρισμα.
Λαλια που, στο στομα σου μενει η αρχη της.
Στα ακροδοντια σου η πρωτη συλλαβη της.
Λες και η γναθος γνωρισε την ηθικη σου ταξη. Δονητικα.
Και μ'ενα ψυχος αδειο να σε δροσιζει η μαστιγια της Αλυκτως.
Κι εσυ να κοιτας. Εκει. 
Πιο κατω.
Που εντοπιζεις την Εκατη στα στενα σκοταδια.
Κι εκεινη σταζει σαν τη Πανδωρα, μεγαλεπιβολα σημαδια του ερωτα.
Με το κουτι. Με το κουτι πλαγιαζεις, παιδικε μου φιλε. Εσυ θνητε.
Και ο Ερμης γελαει, που την ελπιδα στριμωξε στο τριτο ματι σου. 
Πουστικα. Και τον κοζαρεις με αυτο καθως κυλας.
Πιο κατω.
Στα χαλκινα τειχη. Στην ομορφια που χανει οσο κι αν παιζει.
Εκει που αφηνει ο συνειρμος σου ολα τα μποσικα.
Και η μορφη σου δεν εχει σημασια. 
Για εννια μερες, για εννια νυχτες και σαν φεγγαρι γεμισες και εφυγες.
Πιο κατω. 
Στην πεδιαδα των αφιξεων που λησμονουν το φθαρσιμο.
Περα απ'τα τρισβαθα της γης. 
'Κει που το κατω ειναι πανω.
Περα απ'τις ριζες της ζωης.
Απ'τον Ορφεα γοητευεσαι και συγκινεις τον Αδη.
Μα τον πανουργο, σε ξεγελασε.
Σε ειδε ροδι να φιλας και σε εξορισε.
Πιο κατω.
Στους θνητους.
Κι απ'του Βαφυρα τη ροη μεσα να ζεις. Σε εμαθε.
Για να γελας, πως μη σε νοιαζει.
Για δε θα ξερουν, παρα μοναχα να φωναζουν το.




Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.