Skip to main content

Ξεκλειδωμα

"Δεν εχω τιποτα να πω.."
Σηκωθηκε, βαδισε μερικα πλακακια στην αυλη και σταθηκε στο λευκο τοιχο.
"Δεν εχει σημασια ουτως ή αλλως.", 
συνεχισε, "Δεν ξερω κι ουτε που θελω να με νοιαζει..".
Μετακινησε μια γλαστρα πιο κοντα στη πορτα  κι αφησε τους δεικτες του ρολογιου να γυριζουν σα τρελοι.
"Οποιος ειναι ας ερθει..."
Κοιμηθηκε δεκα ωρες. 
Σηκωθηκε σαν να ηξερε τι κανει.
Δεν ηθελε να φαει..
Πεταξε με μιας ολα τα πραγματα απο το τραπεζι και ξαπλωσε ανεμελος..
"Γιαννη με λενε...", ψυθηρισε στη ντουλαπα...κι αμεσως φωναξε! 
"Η ΒΡΥΣΗ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕΕΕΕ..!!!.."
Ετρεξε ενοχα προς το παραθυρο, ..πιο γρηγορα απο ποτε.
Το τζαμι διαπερασε το λεπτο σαρκικο του περιβλημα και επεσε στο γκαζον..
Λιγο πριν κλαψει, θυμηθηκε τη γλαστρα στη πορτα.
Μα ηταν λαθος του ο χρονος και το μετανιωσε..
Δηλωσε αδυναμος στην οψη του νερου που εσταζε μπροστα του λιγο λιγο.
Ξανακοιμηθηκε...
Δεν ξυπνησε ποτε εκει που ηθελε...

Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

Προθεση: κατασταση παθους και σκοπου.

Καπου εγραφε, "ακολουθησε το παθος σου και θα σε οδηγησει στο σκοπο σου". Το παθος. Ο πολυποθητος σκοπος. Μερικες φορες δεν σε φτανει το παθος εκει που θες. Κι απο το παθος ως το σκοπο μεσολαβει μια γεφυρα. Ομως αυτη χανεται στην ομιχλη, υπονοωντας ενα μυστικισμο και μια περιεργεια. Φτανουν αυτα λοιπον για να εχεις ενα σκοπο? Στις μερες που ζουμε, υστερες της μεταποδομησης, καθε τι μυστηριο, περιεργο και γοητευτικο καταληγει να γινεται αντιληπτο με εναν αντιφατικο και απομυθοποιητικο ερεθισμο. Η λογικη της όποιας ουσιαστικοτητας ενος σκοπου ειναι η λογικη του καθ' αυτη. Ισως θελουμε να βλεπουμε τους εαυτους μας ως οδηγους, ως χειριστες, μα τιποτα απο αυτα δεν κουβαλαει απαραιτητα την ουσια του σκοπου παρα μοναχα τη προβολη μας. Δεν υπαρχει σκοπος μου γιατι δεν υπαρχει εαυτος ουτε εγω. Υπαρχουν ομως σχεσεις συντονισμενες. Ο σκοπος ειναι εκει, αναμεσα στις χορδες των πιθανοτητων, ενωμενο και διαιρετο. Η αντιληψη ειναι ισως αυτη που μπορει να τμηθει με τη συχνο...