Skip to main content

Εσπεραντο


Κοντος στην κάμαρα φανταζει γιατι σκυβει.
Αχνος στο τζαμι και σκιερος στο χωλ.
Τα χερια προσαρμοζονται, τα ποδια μεταλλασσονται.
Πισω απ'τις πετρες κρυβεται, στα χορτα ερπεται με κερατα ταρανδου και σφυριζει για τη θεά που χανει.
Προσφερει ανεκπληρωτη θυσια για αντιδωρο.
Στ' αγραφα του ζωγραφιζει γιατι βαρεθηκε να γραφει.
Και η ουρα του, σαλεμενη κι αχαρη, σκορπιζει θολωμα ξοπισω.
Για τις δυσκολες μερες.
Για τις ευκολες μερες που γινονται δυσκολες νυχτες με αφελεις τροπους.
Γιατι η ζωντανια θελει το γοργο κι ο φοβος σιγονταρει.
Στ' ανεμελο του υφους δωσε βαση.
Κι οπως στα τεσσερα θα πεφτει, ετσι θα πεφτει και στα οχτω και στα τριαντα.
Και με αυτια κατσικας. 
Χωρις τη σταμπα, για γλωσσα εσπεραντο.
Και μ'εναν κρικο στη ρογα, στο σκληρο τοπιο του στηθους.
Κραυγαζει η χροια, αλλαφιασμενη, σαρκαστικη. 
Μια τα κερατα να τρεφεις, μια να ερπεσαι με δολο.
Πουριτανη αναμοχλευση στοιχειων. 
Με ελπιδες κατανοησης.
Με σιγουρια στην αλλαγη.
Μελι να σταξει θα το βρουμε.
Τικ.... Τικ.. 




Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.