Skip to main content

πως ξεψυχα η εξουσια σου


Mικρη πορδη ξεχειλισε απο στομα εξουσιας.
Aνταρα στα χειλακια της που τρεμουν απ'τις λεξεις.
Που δεν νοουν το σημαινων του χρωματος που βαφουν,
μα θα 'ναι αργα και σημερα ν'αλλαξεις οπως προειπες χθες.
Δεν εχει νοημα , δεν φαινεσαι ο υπαιτιος.
Μοιαζεις φορεας των μαντατων, αυστηρος και μετριος. 
Στα ποδια του πλανου σου περιπλεκομαι και δεν σ'αφηνω βημα να στεριωσεις.
Μονο στη θαλασσα κολυμπα να ισιωσεις.
Χωρις την ανωση της πλατης.
Και μονο αν φθαρεις μπορεις να γενεις μπατης.
Στα ξενα μερη απο σε θα δεις οπως ποιος εισαι.
Μα θα περασουν εποχες, στιγμες που θα αδιαφερεις.
Που θα περναει διπλα η ζωη κι εσυ δεν θα προσεχεις.
Θα 'ναι τα μερη σου ψηλα κι η ηθικη σου χαμηλα.
Μα δεν θα το γνωριζεις.
Κι αφου ψυχολογα δεν γυρευες ,ετσι λοιπον θα πορευτεις.
Μα εχε καλη την τυχη σου γιατι για σε φοβαμαι.
Γιατι δεν κολυμπας στα ανοιχτα, κι εγω κοντα δεν θα 'μαι.
Θα 'μαι εκει που πνιγονται, εκει που αναστεναζουν.
Εκει που υποκλινονται κι ολο τολμουν ν' αλλαζουν.


Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.