Skip to main content

6 Μηνες


Ερωτηση που με φοβιζει, καθως τη βγαζω στη μηλια.
Ειναι το πως εισαι, τι κανεις, θα φυγεις παλι μακρυα?
Εκεινος δα δεν επιμενει, και συμφωνει οτι πονα.
Μονους για λιγο θα αφησει, ναυτες, λοστρομους στη στερια.
Χονγκ Κονγκ, Αμβερσα, Σιγκαπουρη και μ'ενα γραμμα απο Χιλη.
Ορκιζομαι πως θα γυρισεις και το 'χω παρει γι' απειλη.
Τηλεφωνα, να μου μιλησεις καπου στις 2 το πρωϊ.
Να πουμε παλι για σειρηνες και για πουτανες τις αυλης.
Να ζεις φεγγαρι στο νερο κι εγω με ηλιο στο μπαλκονι.
Μαζι να ζουμε στο κενο και στις παρεες μονοι.
Να ειχαμε να λεγαμε, κι εγω να ονειρευομαι.
Πως ειμαι στο καταστρωμα και την αλμυρα γευομαι.
Ενα δυο μηνες κατεργα, καμπινα-μηχανη.
Και τους λοιπους να ισιωνουμε κι ο,τι γουσταρει το παιδι.
Λοιπον το εγω μου αραξα, καθως και περιμενω.
Τους εξι μηνες ματαια, τον χρονο τον χαμενο.
Μα ειναι κανεις να απορει με τουτη τη καταρα.
Να μη μπορεις να σηκωθεις και να 'ναι ολα μανταρα.


Comments

Popular posts from this blog

Παγιδα μπροστα

Και να σου η τυχη, πανωφοριασμενη με καθε λογης ζεστη αναμνηση, καθισμενη επιβλητικα στη γωνια της σκακερας. Τιποτα δεν ξεφευγει απ'τα δυο της ματια. Ατιθαση αντιδραση κοντρα στην επαναληψη και στην αδρανη μονοτονια. Αρχοντισσα της ρουφιανιας και της βουρκωμενης φινετσας. Αγελη κυβερνα προβατων διχως να το 'χει η μοιρα της. Ξεροσταλιαζει καθε που βαριεται και προσταζει νεα παραμυθια με τον αυλο του γητευτη... Ταπι και ψυχραιμοι, ..μαγκα δε σου 'μεινε δραχμη...

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.