Skip to main content

The Poles

The poles divided beneath your step, under the space you define.
The circus, wreck but  floating in depths of beauty.
To what the beauty left behind instead of her.
An inconceivable lack of wellness.
A joyless sorrow next to the saddest joke.

The poles are apart.
Your feet are struggling for the impossible.
Will you be punished or will you be praised.
None nourishment for prophecy.

The poles are far to reach.
But poles are poles.
And they'll be back in time.
And we all know time.
Cause, we all know back.
And back and forth.
How many times we've lost our north.





Comments

Popular posts from this blog

Προθεση: κατασταση παθους και σκοπου.

Καπου εγραφε, "ακολουθησε το παθος σου και θα σε οδηγησει στο σκοπο σου". Το παθος. Ο πολυποθητος σκοπος. Μερικες φορες δεν σε φτανει το παθος εκει που θες. Κι απο το παθος ως το σκοπο μεσολαβει μια γεφυρα. Ομως αυτη χανεται στην ομιχλη, υπονοωντας ενα μυστικισμο και μια περιεργεια. Φτανουν αυτα λοιπον για να εχεις ενα σκοπο? Στις μερες που ζουμε, υστερες της μεταποδομησης, καθε τι μυστηριο, περιεργο και γοητευτικο καταληγει να γινεται αντιληπτο με εναν αντιφατικο και απομυθοποιητικο ερεθισμο. Η λογικη της όποιας ουσιαστικοτητας ενος σκοπου ειναι η λογικη του καθ' αυτη. Ισως θελουμε να βλεπουμε τους εαυτους μας ως οδηγους, ως χειριστες, μα τιποτα απο αυτα δεν κουβαλαει απαραιτητα την ουσια του σκοπου παρα μοναχα τη προβολη μας. Δεν υπαρχει σκοπος μου γιατι δεν υπαρχει εαυτος ουτε εγω. Υπαρχουν ομως σχεσεις συντονισμενες. Ο σκοπος ειναι εκει, αναμεσα στις χορδες των πιθανοτητων, ενωμενο και διαιρετο. Η αντιληψη ειναι ισως αυτη που μπορει να τμηθει με τη συχνο...

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

Παγιδα μπροστα

Και να σου η τυχη, πανωφοριασμενη με καθε λογης ζεστη αναμνηση, καθισμενη επιβλητικα στη γωνια της σκακερας. Τιποτα δεν ξεφευγει απ'τα δυο της ματια. Ατιθαση αντιδραση κοντρα στην επαναληψη και στην αδρανη μονοτονια. Αρχοντισσα της ρουφιανιας και της βουρκωμενης φινετσας. Αγελη κυβερνα προβατων διχως να το 'χει η μοιρα της. Ξεροσταλιαζει καθε που βαριεται και προσταζει νεα παραμυθια με τον αυλο του γητευτη... Ταπι και ψυχραιμοι, ..μαγκα δε σου 'μεινε δραχμη...