Skip to main content

Good Day


It is so smooth. 

It silences the breaking.
The dry yellowgreen,
the fading blue,
the melting white world.

The foggy past has left a crust, over the sleeping pool.
Crows at the crack of dawn,
squirrels like acrobats and hummingbirds good morning.

Awake but still.
You know the deal.

A coffee pot, my habit smokes.
My wet and dirty boots.
Your strong and solid roots.
Await for the sun.
It's there, even if it doesn't come.
I draw a circle and I wait.
I'm in. You 're in.
"The ceremony is about to begin."
Good Day.




Comments

Popular posts from this blog

Προθεση: κατασταση παθους και σκοπου.

Καπου εγραφε, "ακολουθησε το παθος σου και θα σε οδηγησει στο σκοπο σου". Το παθος. Ο πολυποθητος σκοπος. Μερικες φορες δεν σε φτανει το παθος εκει που θες. Κι απο το παθος ως το σκοπο μεσολαβει μια γεφυρα. Ομως αυτη χανεται στην ομιχλη, υπονοωντας ενα μυστικισμο και μια περιεργεια. Φτανουν αυτα λοιπον για να εχεις ενα σκοπο? Στις μερες που ζουμε, υστερες της μεταποδομησης, καθε τι μυστηριο, περιεργο και γοητευτικο καταληγει να γινεται αντιληπτο με εναν αντιφατικο και απομυθοποιητικο ερεθισμο. Η λογικη της όποιας ουσιαστικοτητας ενος σκοπου ειναι η λογικη του καθ' αυτη. Ισως θελουμε να βλεπουμε τους εαυτους μας ως οδηγους, ως χειριστες, μα τιποτα απο αυτα δεν κουβαλαει απαραιτητα την ουσια του σκοπου παρα μοναχα τη προβολη μας. Δεν υπαρχει σκοπος μου γιατι δεν υπαρχει εαυτος ουτε εγω. Υπαρχουν ομως σχεσεις συντονισμενες. Ο σκοπος ειναι εκει, αναμεσα στις χορδες των πιθανοτητων, ενωμενο και διαιρετο. Η αντιληψη ειναι ισως αυτη που μπορει να τμηθει με τη συχνο...

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

Παγιδα μπροστα

Και να σου η τυχη, πανωφοριασμενη με καθε λογης ζεστη αναμνηση, καθισμενη επιβλητικα στη γωνια της σκακερας. Τιποτα δεν ξεφευγει απ'τα δυο της ματια. Ατιθαση αντιδραση κοντρα στην επαναληψη και στην αδρανη μονοτονια. Αρχοντισσα της ρουφιανιας και της βουρκωμενης φινετσας. Αγελη κυβερνα προβατων διχως να το 'χει η μοιρα της. Ξεροσταλιαζει καθε που βαριεται και προσταζει νεα παραμυθια με τον αυλο του γητευτη... Ταπι και ψυχραιμοι, ..μαγκα δε σου 'μεινε δραχμη...