Skip to main content

το υβριδιο

Απο αποσταση και ασφαλης, δεν βλεπεις αυτο που υπαρχει.
Για να το δεις πρεπει να περασεις απο σενα.
Υπολειμματα στοιχειωμενων επικριτισμων σε ελεγχουν.
Γελοιοποιεισαι, θελω να σου πω.
Κι εγω αυτοχλευαζομαι που σταθηκα καταμεσης στην ανεμελη κι αναρχη πικρια σου.
Κι ας ειχε ενδιαφερον. 
Ετσι κι αλλιως δεν ρωτησες.
Μα μην επικαλεισαι τιτλους φεγγαροσκονης χωρις να ζεις στο φως του.
Μοναχα φτασε και ξεπερασε αυτο που ο αλλος πιστευει για σενα.
Δεν ειναι ολοι για ολα.
Ομως πολλους τους ενιωθες τους λιγους που υδρωσαν για να σε ξερουν.
Κι ισως οι υπολοιποι ζηλευουν, ισως ζηλευεις εσυ που δεν ζηλευουν κι αυτο γιατι πιστευεις οτι θα αξιζε να ζηλευτει κατι τετοιο.
Δικο σου το καρμα.
Δικο σου το σοου.
Δικια σου κι η μαιμου.
Ολα τα αστεια αντεχονται.
Αυτα που δεν αντεχονται ειναι αληθειες που κρυβονται σε αναςφαλεις κι ανευθυνες ατακες.
Ανανδρα, δηθεν στοιχεια εντιμοτητας καμουφλαρισμενα με το πιο προχειρο στοιχειο κωμωδιας.
Μονο η φωνη ακουστηκε..
Και δεν τ'αρνιεστε.
Αερα θελει η ανεση, υπομονη η γαληνη, επιμονη η ελευθερια και στοχασμο η βουληση.
Κι εσυ γλυκε μου μαλακα, κουραστηκες να εξηγεισαι.
Για το υβριδιο.
Μας ευχομαι αγαπη.


Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.