Skip to main content

Αυτοδιασπαση. Κουβεντα μη λες.


Η καλυτερη του ελληνα κι ας το κρυβει η φουστανελα που ανεμιζει με πιστολακι για τα μαλλια.
Το κεντρο που ζηλευες.
Η προσοχη.
Το θεμα.
Σου μιλανε ολοι.
Σου μιλανε απο παντου.
Κι εσυ ερμαιο της εως τωρα παιδειας σου.
Οριστε, φατα.
Σου μιλανε για psi και ρωτας για κυβικα.
Μαθαινεις για το psi και ξαναγυρνας στα κυβικα.
Δεν το καταλαβες ποτε.
Ουτε αυτο ουτε το γιατι κανεις αυτο που κανεις.
Και απαντας σε ολους αφελεστατα με το μυαλο στη eurobank που εχει στα κουφονησια.
Σου μιλανε για το ποιους αφησες απο πανω σου να σε οδηγουν.
Κι εσυ δεν σκεφτεσαι οτι οι οδηγοι καθονται μπροστα και οχι πανω.
Σου μιλανε για τα λαθη σου απο την αρχη των πραγματων κι απο το τραυλισμα σου καταλαβαινω οτι σε ξερουν καλυτερα.
Σου μιλανε για φασολια τεχνητα με δωρο το σακκουλι κι εσυ λες να τα μουσκεψουμε μια μερα πριν.
Σου μιλανε για χρηματοπιστωτικα παραγωγα και νιωθεις ενα με τον τσωρτσιλ.
Σου μιλανε για ελλαδα κι εσυ το παιζεις ευρωπαιος.
Σου μιλανε για ευρωπη και λες φετα ρε μαλακες! Φετα!
Διχαζεσαι εκει που ζει η ενωση.
Παντρευεσαι με ορους καλπικους.
Εισαι και δεν εισαι.
Σου μιλανε.
Σου μιλανε και μενεις ελληνας.
Θα δεις ομως πως σε λιγο δεν θα σου μιλαει ουτε ο ελληνας.
Τοτε θα σε φοβαμαι.
Ελλυνα.



Comments

Popular posts from this blog

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.