Skip to main content

Μανουβρα


Βαρυναμε.
Σαν σκαφος το κορμι που μπαταρε.
Διελυσε.
Ζημιες στα πλαγια.
Μα δεν εφτιαθει για στερια ετουτο το καμαρι.
Κι ομως αργα του φανηκε η ανταρα.
Δεν λησμονα. Δε γοητευει.
Τ'ανοιξαν τα πανια και δε μιλουνε.
Κι ο ψηλος αυτος επανω,
δεν ξερει πια που παμε.
Δυο μηνες τον ρωταω μα δε μου λεει.
Ολο μου γνεφει λασκα.
Φουνταριστος την αγκυρα.
Κι απο ψηλα, σου φαινεται πως ειν' η ωρα.
Σαν κανεις μια σαλτα και σφιγγεις τη πλεξουδα.
Πριν φτασει καταγης το αμοιρο. Το ανειπωτο. Το τελος.
Εκει. Λιγο πριν σπασει κι η πυξιδα.



Comments

Popular posts from this blog

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

Παγιδα μπροστα

Και να σου η τυχη, πανωφοριασμενη με καθε λογης ζεστη αναμνηση, καθισμενη επιβλητικα στη γωνια της σκακερας. Τιποτα δεν ξεφευγει απ'τα δυο της ματια. Ατιθαση αντιδραση κοντρα στην επαναληψη και στην αδρανη μονοτονια. Αρχοντισσα της ρουφιανιας και της βουρκωμενης φινετσας. Αγελη κυβερνα προβατων διχως να το 'χει η μοιρα της. Ξεροσταλιαζει καθε που βαριεται και προσταζει νεα παραμυθια με τον αυλο του γητευτη... Ταπι και ψυχραιμοι, ..μαγκα δε σου 'μεινε δραχμη...

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.