Skip to main content

Στεγνη μπαροτσαρκα


Τυχαμε ξαφνικης καλοπερασης και χαλαρωσαμε.
Αδυνατον να επανελθουμε στην αρχικη μας ενταση,
μα τωρα ξερουμε.
Ο χρονος μας εδειξε.
Στα κοκκαλα αυξηθηξε η τριβη
κι οι μοιρες στις κλειδωσεις λιγοστεψαν.
Τα χειλη μας βαρανε παλαμακια στη παλιροια της σκεψης.
Μπαροτσαρκα χωρις πελατες.
Κι ο ερημος εκει, ξεροσταλιαζει.
Με το πηγουνι στο κενο,
με τα φτερα του πειραγμενα.
Το 'χε ξαναζησει. Καπου εκει μεσα το θυμαται.
Ενιωθε τα ματια του να καιγονται.
Μικρες ανασες λειτουργουσε καθε τοσο.
Ηταν ενας κι αλλος κανενας..
Ποτε δεν πιστευε πως θα 'φτανε εκει.
Τις λιγες μερες του στη γη τις ελεγε ωραιες.
Να εβλεπες τα βραδυα που αραζαμε οκλαδων στη πλατεια
και κοιταζομασταν με μια απορια για αρχη.
Σιγουρα πραματα, ελεγε..


Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.