Skip to main content

Μυρμηγκι

Μεσα στο ιδιο μου το σπιτι καποιος αλλος εχει μπει.
Εχει τρυπωσει σαν μυρμηγκι και δεν λεει πια να βγει.
Ερχεται καθε τις λιγακι οποτε αγγιζω το ψωμι,
κι οταν τον γραφω και κοιμαμαι μου ψιθυριζει στο αυτι.
Εχει το νου του στο φεγγαρι και το κορμι του στην αυγη,
κι οταν τον βρισκω να γελαει μου φανερωνει μια ουλη.
Δεν ξερω πλεον τι να κανω με δαυτον που 'μπλεξα θαρρω.
Αιωνες τωρα που δεν βγαινω, να κρυβομαι εμαθα κι εγω.
Παιχνιδι ζορικο αν θελεις, μα 'χει κι αυτο ενα σκοπο.
Να ζεις στις μερες ενοχα, με ηθος δα φτωχο.
Τα χρονια ομως περασαν και πως μας φθειρανε καλα.
Τα παντα γυρω αλλαξαν, τα ισα γινηκαν στραβα.
Μπουκωσανε οι αντλιες μας, ο κινητηρας δε τραβα.
Καπνος στο γυρω διαβα σου, καποιοι ειπαν για φωτια.
Χωρις πολλα λεγομενα, χωρις πολλα ταρω.
Τον κωδων κρουω αναρχα, το βγαζω απ'το αργο.
Τουμπα τα σχεδια στο πατωμα.
Τουμπα κι ανασκελα κι εγω.
Θα δοκιμασω ν'αγαπαω ο,τι απεμεινε απ'αυτο.



Comments

Popular posts from this blog

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

the right foot

in moments of stillness  where in favor is to spectate, inteligence arises and listens, captures the fruits of the past, coming to life, growing, in front of the eyes like the mirror, the undeniable, for the years will heal these days, but not the memory of the foot, cause it will always betray the foibles.