Skip to main content

ο τροπος



Δυσκολα τα βαζεις με την νοοτροπια μιας αλλη αντιληψης απο τη δικη σου.
Παλευεις με τις ωρες κι ακομα ψαχνεις γηπεδο.

Να επικοινωνεις σου λενε. 
Κι αυτο ας φερνει ανταρες και εντασεις. 


Αβολες καταστασεις. 
Ισως γι'αυτους που νιωθουν ανημποροι να βοηθησουν 
και επιλεγουν να παρηστανουν το τρεμαμενο φοντο. 
Εγωϊστικη προβολη μα δεν βαριεσαι.


Ετσι δημιουργουνται σχεσεις στη φυση παντως, 
με ενταση και χρονο αφομιωσης.

Κι ομως δεν ζητησα την ενταση. 
Μα καποια πιο σφαιρικη αντιληψη στην ερμηνεια μιας καταστασης. 

Κι αν ειναι δυσκολο πες το. 
Κι αλλα ειναι δυσκολα. 


Κι εγω ετσι μαθαινω απο τοτε που με θυμαμαι. 
Με τα μουτρα.


Μεχρι που απεκτησα αμυνες. 
Γιατι βιωματα ειναι αυτα, διαφορετικα στον καθενα.


Κι εσυ παλευεις, το ξερω. 
Μα δεν σου φταιω εγω, γιατι στον κοσμο μου ετσι ζω.


Και τα ορια μπηκανε γιατι απο τη μεσα μερια τους εισαι ευκολος στοχος. 
Ενω απ'εξω σε ζυγιζω. Δεν σταματουν τα ορια κανεναν και τιποτα. 
Απλα ειναι πορτες που χτυπας. 

Κι ο τροπος που χτυπας σημαινει το αν θ'ανοιξουν.



Comments

Popular posts from this blog

Παγιδα μπροστα

Και να σου η τυχη, πανωφοριασμενη με καθε λογης ζεστη αναμνηση, καθισμενη επιβλητικα στη γωνια της σκακερας. Τιποτα δεν ξεφευγει απ'τα δυο της ματια. Ατιθαση αντιδραση κοντρα στην επαναληψη και στην αδρανη μονοτονια. Αρχοντισσα της ρουφιανιας και της βουρκωμενης φινετσας. Αγελη κυβερνα προβατων διχως να το 'χει η μοιρα της. Ξεροσταλιαζει καθε που βαριεται και προσταζει νεα παραμυθια με τον αυλο του γητευτη... Ταπι και ψυχραιμοι, ..μαγκα δε σου 'μεινε δραχμη...

Χρωμα Ρεει

Θεος δε σκιαζει, το σιγανο του νου του. Μεσα σ'αστρομπαλες να πλεει η θλιψη, την αφηκε. Αραδιασμενα 'βδομαδα σε συμπτυγμενο βιο, μη ρωτας. Κι εχει καιρο να δωσει βημα ο σοφος. Για λιγο εγκλειστος στα βαθη του θεριου. Τ'ανημερου παραπιστος, τον εαυτον. Ξεβγαζει αναρχα του σκοτους τη μουτζουρα. Ψιθυριστος αντικρι να υψωνεται στου στερνου τα χωραφια. Για μιας στιγμης καθαριας ν'αναλλαμπα. Να σκιαζεται ο λιγος, καθ'οδον, ενοσω χανεται. Φωτιζοντας στα κυτταρα το διαβα, με εμπαθεια. Αφου το ζητησε.  Πως μες στο νου του αλλο δε χωρουσε. Και σπαρταρουσε. Ωσπου του βγηκε μια κραυγη, ατοφια. Κι ηρεμησε ο νους του, πως υπαρχει. Θαρρωντας ανοιξη την καθε του ανασα. Στην εκπνοη του ολα τα χρωματα γλυστρουν. Και μαρτυρουνε τους ομηρους του. Στα σπλαχνα του. Στη σηραγγα καθιστικα. Με τον καρπο λυμενο. Μεθαει με τα διαφανα. 

ερωτες αχεροντες

νωχελικα, μα αδιστακτα. με ιδιοτητα φυγης που τη πασπαλισε με μελι. μια μορφη, στη φαντασια να ειναι λογικη. στα χνωτα μου, τσουγκρισε τους παγους του φιλιου σου. στα λιγα βλεμματα, ουτε που νιωθεις πως οργιαζει ο νους. σε λεωφορειο, μεσα σε μπαρ, περαστικο αν ειναι. αστο να ειναι. και μ'ενα νευμα ορισε το μου στη μνημη. που ισως δω μα κι ισως χασω. μεσα στα γουοκ-μαν σου, πισω απ'τα τζαμικα γυαλια σου. σαν ενα φυσημα, σαν ειπωμενη λεξη. κι οπως κι αν ζει κανεις, στα ρεστα του υπολογος. κι ετσι θα ειμαστε κι εμεις. νοθευμενοι και στιγμιαιοι. θαρραλεοι και ασημαντοι. ερωτες και πονοι. κι αν παρεκτραπεις. τοτε διαβολιασε το πιο μικρο μου ποννυ. χωρις το τακτ. ετσι κι αλλιως, ειμαστε μονοι.